Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bones
Παραδείγματα
The surgeon performed a bone graft to repair the damaged bone.
Ο χειρουργός πραγματοποίησε μόσχευμα οστού για να επισκευάσει το κατεστραμμένο οστό.
1.1
οστό, λευκό οστό
a shade of white the color of bleached bones
1.2
οστό, οστικός ιστός
the porous calcified substance from which bones are made
to bone
01
αποκοκαλίζω, αφαιρώ τα κόκαλα από
remove the bones from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bone
γ΄ ενικό πρόσωπο
bones
ενεστώτα μετοχή
boning
απλός αόριστος
boned
παθητική μετοχή
boned
02
μελετώ εντατικά, διαβάζω σκληρά
study intensively, as before an exam
03
αποκοκαλίζω, αφαιρώ τα κόκαλα
to remove the bones from meat, fish, or poultry, often to make it easier to cook or eat
bone
01
οστέινος, από οστό
consisting of or made up of bone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
boneless
bonelet
bonelike
bone



























