Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rough diamond
01
ακατέργαστο διαμάντι, κρυμμένο πετράδι
a very talented or skilled individual who is not very inviting or approachable in first encounter
Dialect
British
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rough diamonds
Παραδείγματα
My grandfather was a bit of a rough diamond.
Ο παππούς μου ήταν λίγο ακατέργαστο διαμάντι.



























