rouge
rouge
ru:ʒ
roozh
routeroguerouse

Ορισμός και σημασία του "rouge"στα αγγλικά

01

ρουζ

a cosmetic product used to add color and enhance the cheeks 
rouge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rouges
to rouge
01

κοκκινίζω εφαρμόζοντας ρουζ

redden by applying rouge to 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rouge
γ΄ ενικό πρόσωπο
rouges
ενεστώτα μετοχή
rouging
απλός αόριστος
rouged
παθητική μετοχή
rouged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store