Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk one's ear off
01
του παίρνει τα αυτιά, τον ζαλίζει με λόγια
to talk to someone for an extended period of time, particularly in a way that annoys them
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
My neighbor talked my ear off about his garden.
Ο γείτονάς μου μου πήρε τα αυτιά με τον κήπο του.



























