pigeon pair
pi
ˈpɪ
pi
geon
ʤən
jēn
pair
peə
pe

Ορισμός και σημασία του "pigeon pair"στα αγγλικά

01

ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, αδερφάκια

a specific sibling combination consisting of a boy and a girl, typically born consecutively in the same family 
pigeon pair definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigeon pairs
Παραδείγματα
They were happy to have a pigeon pair. 

Ήταν χαρούμενοι που είχαν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store