Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pigeon pair
01
ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, αδερφάκια
a specific sibling combination consisting of a boy and a girl, typically born consecutively in the same family
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigeon pairs
Παραδείγματα
They were happy to have a pigeon pair.
Ήταν χαρούμενοι που είχαν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.



























