Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to knock oneself out
/nˈɑːk wʌnsˈɛlf ˈaʊt/
/nˈɒk wɒnsˈɛlf ˈaʊt/
to knock oneself out
01
κάνε ό, τι θες
***used to tell someone to go ahead and do something
Dialect
American
Παραδείγματα
If you want to go through all the files one by one, knock yourself out, but I ai n't doing that.
Αν θέλεις να περάσεις από όλα τα αρχεία ένα-ένα, όπως θέλεις, αλλά εγώ δεν θα το κάνω.
02
ξεπατώνω τον εαυτό μου, κουράζω τον εαυτό μου
***to make oneself very tired by doing work
Παραδείγματα
I knocked myself out to get the job done on time.
Ξεκληρίστηκα για να ολοκληρώσω τη δουλειά εγκαίρως.
03
αυτοπροκαλώ λιποθυμία, χάνω τις αισθήσεις μου
***to cause oneself to become unconscious
Παραδείγματα
He hit his head against the table when he fell and knocked himself out.
Χτύπησε το κεφάλι του στο τραπέζι όταν έπεσε και αυτοαπενεργοποιήθηκε.



























