Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jerk around
01
εξαπατώ, χειραγωγώ
to treat someone in a cruel or unfair way, often by deceiving them or manipulating them
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
jerk
ενεστώτας
jerk around
γ΄ ενικό πρόσωπο
jerks around
ενεστώτα μετοχή
jerking around
απλός αόριστος
jerked around
παθητική μετοχή
jerked around
Παραδείγματα
He felt like his boss was just jerking him around with empty promises of a promotion.
Αισθανόταν ότι το αφεντικό του απλώς τον γελοιοποιούσε με κενές υποσχέσεις προαγωγής.



























