Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hopping mad
01
έξαλλος, βράζει από θυμό
feeling extremely angry
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Dad was hopping mad when he saw the dent in the car.
Ο μπαμπάς έγινε έξαλλος όταν είδε το βαθούλωμα στο αυτοκίνητο.



























