Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dab hand
01
ειδικός, ειδικός γνώστης
an individual who excels at a specific type of activity
Dialect
British
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dab hands
Παραδείγματα
She's a dab hand at baking cakes.
Είναι ειδικός στο ψήσιμο κέικ.



























