bug-eyed
bug
bʌg
μπαγκ
eyed
aɪd
αιντ
/bˈʌɡˈaɪd/

Ορισμός και σημασία του "bug-eyed"στα αγγλικά

01

με γουρλωμένα μάτια, με εξογκωμένα μάτια

having large, protruding, or bulging eyes, giving the impression of being startled, surprised, or frightened
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bug-eyed
συγκριτικός βαθμός
more bug-eyed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store