crying need
crying
kraɪɪng
κραιινγκ
need
ni:d
νιντ

Ορισμός και σημασία του "crying need"στα αγγλικά

01

επείγουσα ανάγκη, επιτακτική ανάγκη

an urgent need or desire that one feels for something 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crying needs
Παραδείγματα
In the aftermath of the natural disaster, there was a crying need for emergency medical supplies. 

Στην πόλη υπάρχει επείγουσα ανάγκη για οικονομικά προσιτή στέγαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store