Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
with bated breath
01
με κομμένη την ανάσα, με αγωνία
in a state of great anticipation, often holding one's breath
idiom
Παραδείγματα
The entire room held their breath with bated breath as the results were revealed.
Όλοι περίμεναν με κομμένη την ανάσα να δουν αν ο πύραυλος θα εκτοξευόταν με επιτυχία.



























