Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
with bated breath
01
με κομμένη την ανάσα, με αγωνία
in a state of great anticipation, often holding one's breath
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
We waited with bated breath for the winner to be announced.
Περιμέναμε με κομμένη την ανάσα να ανακοινωθεί ο νικητής.



























