Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snowball effect
01
φαινόμενο χιονόμπαλας, φαινόμενο της χιονόμπαλας
a situation where something increases or gives rise to other things
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snowball effects
Παραδείγματα
The initial budget overrun triggered a snowball effect of financial issues that the project could n't recover from.
Η αρχική υπέρβαση του προϋπολογισμού προκάλεσε ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας οικονομικών προβλημάτων από τα οποία το έργο δεν μπόρεσε να ανακάμψει.



























