Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preadolescence
01
προεφηβεία, περίοδος πριν από την εφηβεία
*** the period preceding adolescence, usually designated as the years from 10 to 13
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
preadolescence
adolescence
adolesce



























