Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preadolescence
01
προεφηβεία, περίοδος πριν από την εφηβεία
* the period preceding adolescence, usually designated as the years from 10 to 13
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
preadolescence
adolescence
adolesce



























