Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bend over
01
σκύβω, λυγίζω
**** to move part of your body so that it is not straight or so that you are not upright
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
bend
ενεστώτας
bend over
γ΄ ενικό πρόσωπο
bends over
ενεστώτα μετοχή
bending over
απλός αόριστος
bent over
παθητική μετοχή
bent over



























