Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aspirational
01
φιλόδοξος, εμπνευσμένος
relating to goals or ideals that inspire ambition or desire for achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most aspirational
συγκριτικός βαθμός
more aspirational
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's aspirational mission statement inspired employees to work toward a shared vision of excellence.
Η φιλόδοξη δήλωση αποστολής της εταιρείας ενέπνευσε τους υπαλλήλους να εργαστούν για ένα κοινό όραμα αριστείας.
Λεξικό Δέντρο
aspirational
aspiration
aspirate
aspire



























