high-flyer
high
haɪflaɪə
haiflaie
flyer
highflyer
high-flier
highflier
highflyer

Ορισμός και σημασία του "high-flyer"στα αγγλικά

01

υψηλός πετών, επιτυχημένος άνθρωπος

someone who is likely to succeed because of their ambitiousness or capabilities, particularly in their career or education 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high-flyers
Παραδείγματα
She’s a high-flyer in the finance industry. 

Είναι μια υψηλοπτήμονας στη βιομηχανία χρηματοοικονομικών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store