Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
High-five
01
ψηλά πέντε, high-five
a gesture of greeting or elation; one person's upraised palm slaps the upraised palm of another person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high-fives
to high-five
01
χτυπώ πέντε, κάνω high-five
to enthusiastically slap someone's raised palm with your own as a celebration, greeting, or show of agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
high-five
γ΄ ενικό πρόσωπο
high-fives
ενεστώτα μετοχή
high-fiving
απλός αόριστος
high-fived
παθητική μετοχή
high-fived
Παραδείγματα
The coach high-fived each player as they left the field.
Ο προπονητής χτύπησε πέντε με κάθε παίκτη καθώς έφευγαν από το γήπεδο.



























