Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sink or swim
01
να πετύχει ή να αποτύχει, να τα καταφέρει μόνος του
to be left in a situation where one either succeeds or fails
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
In this business, you either sink or swim.
Σε αυτή τη δουλειά είτε πετυχαίνεις είτε αποτυγχάνεις.



























