Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Panic room
01
ασφαλές δωμάτιο, δωμάτιο πανικού
a safe room in an office or house where people can escape into in case of danger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
panic rooms
Παραδείγματα
The panic room was stocked with enough supplies to last for several days in case of an emergency.
Το δωμάτιο πανικού είχε εξοπλιστεί με αρκετές προμήθειες για να διαρκέσει αρκετές ημέρες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.



























