Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick down
01
κακογράφω, σημειώνω γρήγορα
to quickly write something in an informal or hasty manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick down
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks down
ενεστώτα μετοχή
sticking down
απλός αόριστος
stuck down
παθητική μετοχή
stuck down
Παραδείγματα
The blogger would stick down blog post ideas in a digital document to organize their thoughts.
Ο blogger θα κατέγραφε γρήγορα ιδέες για αναρτήσεις σε ένα ψηφιακό έγγραφο για να οργανώσει τις σκέψεις του.
02
κολλώ, στερεώνω
to cause something to attach firmly to a surface
Παραδείγματα
The artist used glue to stick down the different layers of the collage artwork.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε κόλλα για να κολλήσει τα διαφορετικά στρώματα της κολάζ τέχνης.
03
κολλώ, προσκολλώμαι σταθερά
to be attached firmly to a surface
Παραδείγματα
The carpet tiles started to stick down firmly as we walked on them.
Τα πλακάκια χαλιού άρχισαν να κολλάνε σταθερά καθώς περπατούσαμε πάνω τους.



























