Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skip off
01
ξεφεύγω, φεύγω γρήγορα
to swiftly depart from a place, often with the aim of avoiding something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
skip
ενεστώτας
skip off
γ΄ ενικό πρόσωπο
skips off
ενεστώτα μετοχή
skipping off
απλός αόριστος
skipped off
παθητική μετοχή
skipped off
Παραδείγματα
He tried to skip off before anyone noticed his mistake at the meeting.
Προσπάθησε να ξεφύγει πριν κανείς παρατηρήσει το λάθος του στη συνάντηση.



























