Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit through
[phrase form: sit]
01
υπομένω, ανέχομαι
to patiently endure the duration of an uninteresting event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit through
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits through
ενεστώτα μετοχή
sitting through
απλός αόριστος
sat through
παθητική μετοχή
sat through
Παραδείγματα
We patiently sat through the speaker's long-winded explanation of the new project.
Καταφέραμε με υπομονή να ακούσουμε την εκτενή εξήγηση του ομιλητή για το νέο έργο.



























