Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shower with
[phrase form: shower]
01
πλημμυρίζω με, κοσμώ με
to provide someone with a generous amount of a particular thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
with
βασικό ρήμα
shower
ενεστώτας
shower with
γ΄ ενικό πρόσωπο
showers with
ενεστώτα μετοχή
showering with
απλός αόριστος
showered with
παθητική μετοχή
showered with
Παραδείγματα
The mentor showered the mentee with valuable advice and guidance.
Ο μέντορας πλημμύρισε τον μαθητευόμενο με πολύτιμες συμβουλές και καθοδήγηση.



























