Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shower with
01
πλημμυρίζω με, κοσμώ με
to provide someone with a generous amount of a particular thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
with
βασικό ρήμα
shower
ενεστώτας
shower with
γ΄ ενικό πρόσωπο
showers with
ενεστώτα μετοχή
showering with
απλός αόριστος
showered with
παθητική μετοχή
showered with
Παραδείγματα
She showered her friend with compliments on the new hairstyle.
Γέμισε τη φίλη της με κομπλιμέντα για το νέο κούρεμα.



























