Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plan on
[phrase form: plan]
01
σχεδιάζω, σκοπεύω
to intend to do something in the future based on certain considerations or expectations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
plan
ενεστώτας
plan on
γ΄ ενικό πρόσωπο
plans on
ενεστώτα μετοχή
planning on
απλός αόριστος
planned on
παθητική μετοχή
planned on
Παραδείγματα
I would n't plan on his promise; he often forgets.
Δεν θα βασίζομουν στην υπόσχεσή του· συχνά ξεχνά.



























