to plan on
plan
plæn
plān
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "plan on"στα αγγλικά

to plan on
01

σχεδιάζω, σκοπεύω

to intend to do something in the future based on certain considerations or expectations 
to plan on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
plan
ενεστώτας
plan on
γ΄ ενικό πρόσωπο
plans on
ενεστώτα μετοχή
planning on
απλός αόριστος
planned on
παθητική μετοχή
planned on
Παραδείγματα
I plan on traveling to Europe next summer. 

Σχεδιάζω να ταξιδέψω στην Ευρώπη το επόμενο καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store