Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hand around
01
περιφέρω, διανέμω
to pass something, such as an object, information, or food, to everyone in a group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
hand
ενεστώτας
hand around
γ΄ ενικό πρόσωπο
hands around
ενεστώτα μετοχή
handing around
απλός αόριστος
handed around
παθητική μετοχή
handed around
Παραδείγματα
During the meeting, she handed around a document for everyone to review.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, πέρασε ένα έγγραφο για να το ελέγξουν όλοι.



























