Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count in
[phrase form: count]
01
περιλαμβάνω, μετρώ μέσα
to include or involve someone in a particular activity, decision, or plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count in
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts in
ενεστώτα μετοχή
counting in
απλός αόριστος
counted in
παθητική μετοχή
counted in
Παραδείγματα
The manager decided to count in the entire department for the strategic planning meeting.
Ο διευθυντής αποφάσισε να συμπεριλάβει ολόκληρο το τμήμα για τη συνάντηση στρατηγικού σχεδιασμού.



























