Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see into
01
εξετάζω προσεκτικά, ερευνώ διεξοδικά
to examine something closely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see into
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees into
ενεστώτα μετοχή
seeing into
απλός αόριστος
saw into
παθητική μετοχή
seen into
Παραδείγματα
The journalist saw into the background of the famous artist for their upcoming interview.
Ο δημοσιογράφος εξέτασε προσεκτικά το ιστορικό του διάσημου καλλιτέχνη για την επερχόμενη συνέντευξή τους.
02
οδηγώ μέσα, καθοδηγώ σε ασφαλές μέρος
to guide someone inside, particularly into a place of safety or refuge
Παραδείγματα
He saw the injured athlete into the medical tent at the marathon.
Οδήγησε τον τραυματισμένο αθλητή στη medical σκηνή του μαραθώνιου.



























