Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see into
[phrase form: see]
01
εξετάζω προσεκτικά, ερευνώ διεξοδικά
to examine something closely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see into
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees into
ενεστώτα μετοχή
seeing into
απλός αόριστος
saw into
παθητική μετοχή
seen into
Παραδείγματα
The manager needed to see into the reasons for the declining sales figures.
Ο διαχειριστής χρειαζόταν να εξετάσει τους λόγους για την πτώση των πωλήσεων.
02
οδηγώ μέσα, καθοδηγώ σε ασφαλές μέρος
to guide someone inside, particularly into a place of safety or refuge
Παραδείγματα
The volunteer saw the homeless man into the safety of the shelter.
Ο εθελοντής οδήγησε τον άστεγο στην ασφάλεια του καταφυγίου.



























