Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go off with
01
φεύγω με, το σκάω με
to leave one's spouse or partner to pursue a romantic relationship with someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go off with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes off with
ενεστώτα μετοχή
going off with
απλός αόριστος
went off with
παθητική μετοχή
gone off with
Παραδείγματα
She decided to go off with her co-worker, leaving her husband heartbroken.
Αποφάσισε να φύγει με τον συνάδελφό της, αφήνοντας τον σύζυγό της με σπασμένη καρδιά.
02
φεύγω με, ξεφεύγω με
to leave a place, often suddenly or without permission, taking someone or something with one
Παραδείγματα
He went off with my backpack, and I couldn't find him anywhere.
Έφυγε με την τσάντα μου, και δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά.



























