to go off with
Pronunciation
/ɡˌoʊ ˈɔf wɪð/

Ορισμός και σημασία του "go off with"στα αγγλικά

to go off with
[phrase form: go]
01

φεύγω με, το σκάω με

to leave one's spouse or partner to pursue a romantic relationship with someone else
to go off with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go off with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes off with
ενεστώτα μετοχή
going off with
απλός αόριστος
went off with
παθητική μετοχή
gone off with
Παραδείγματα
The film tells the story of a woman who goes off with a stranger she met while traveling, leaving her old life behind.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που φεύγει με έναν άγνωστο που γνώρισε ενώ ταξίδευε, αφήνοντας την παλιά της ζωή πίσω.
02

φεύγω με, ξεφεύγω με

to leave a place, often suddenly or without permission, taking someone or something with one
Παραδείγματα
The suspect went off with the evidence before the police arrived.
Ο ύποπτος έφυγε με τα στοιχεία πριν φτάσει η αστυνομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store