Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go off with
[phrase form: go]
01
φεύγω με, το σκάω με
to leave one's spouse or partner to pursue a romantic relationship with someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go off with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes off with
ενεστώτα μετοχή
going off with
απλός αόριστος
went off with
παθητική μετοχή
gone off with
Παραδείγματα
The film tells the story of a woman who goes off with a stranger she met while traveling, leaving her old life behind.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που φεύγει με έναν άγνωστο που γνώρισε ενώ ταξίδευε, αφήνοντας την παλιά της ζωή πίσω.
02
φεύγω με, ξεφεύγω με
to leave a place, often suddenly or without permission, taking someone or something with one
Παραδείγματα
The suspect went off with the evidence before the police arrived.
Ο ύποπτος έφυγε με τα στοιχεία πριν φτάσει η αστυνομία.



























