Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yell out
01
φωνάζω, κραυγάζω
to loudly shout something, often suddenly and with the intention of grabbing someone's attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
yell
ενεστώτας
yell out
γ΄ ενικό πρόσωπο
yells out
ενεστώτα μετοχή
yelling out
απλός αόριστος
yelled out
παθητική μετοχή
yelled out
Παραδείγματα
The director yelled out cues to the actors during the live performance.
Ο σκηνοθέτης φώναξε τις ενδείξεις στους ηθοποιούς κατά τη ζωντανή παράσταση.



























