to yell out
Pronunciation
/jˈɛl ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "yell out"στα αγγλικά

to yell out
01

φωνάζω, κραυγάζω

to loudly shout something, often suddenly and with the intention of grabbing someone's attention
to yell out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
yell
ενεστώτας
yell out
γ΄ ενικό πρόσωπο
yells out
ενεστώτα μετοχή
yelling out
απλός αόριστος
yelled out
παθητική μετοχή
yelled out
Παραδείγματα
The director yelled out cues to the actors during the live performance.
Ο σκηνοθέτης φώναξε τις ενδείξεις στους ηθοποιούς κατά τη ζωντανή παράσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store