frazzled
fra
ˈfræ
frā
zzled
zəld
zēld
frowzled

Ορισμός και σημασία του "frazzled"στα αγγλικά

01

εξαντλημένος, στρεσαρισμένος

extremely tired, stressed, or overwhelmed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frazzled
συγκριτικός βαθμός
more frazzled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The constant pressure left him feeling frazzled and on edge. 

Η συνεχής πίεση τον άφησε να νιώθει εξουθενωμένος και νευρικός.

Λεξικό Δέντρο

frazzled
frazzle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store