to weird out
weird
wɪəd
vied
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "weird out"στα αγγλικά

to weird out
01

προκαλώ αμηχανία, συγχίζω

to cause someone to feel uncomfortable or surprised by something unusual 
to weird out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
weird
ενεστώτας
weird out
γ΄ ενικό πρόσωπο
weirds out
ενεστώτα μετοχή
weirding out
απλός αόριστος
weirded out
παθητική μετοχή
weirded out
Παραδείγματα
She was weirded out by the sudden change in his demeanor. 

Είχε απορριφθεί από την ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store