Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weird out
[phrase form: weird]
01
προκαλώ αμηχανία, συγχίζω
to cause someone to feel uncomfortable or surprised by something unusual
Παραδείγματα
The surreal dream really weirded me out when I woke up.
Το σουρεαλιστικό όνειρο πραγματικά με έκανε να νιώθω περίεργα όταν ξύπνησα.



























