Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weird out
[phrase form: weird]
01
προκαλώ αμηχανία, συγχίζω
to cause someone to feel uncomfortable or surprised by something unusual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
weird
ενεστώτας
weird out
γ΄ ενικό πρόσωπο
weirds out
ενεστώτα μετοχή
weirding out
απλός αόριστος
weirded out
παθητική μετοχή
weirded out
Παραδείγματα
The surreal dream really weirded me out when I woke up.
Το σουρεαλιστικό όνειρο πραγματικά με έκανε να νιώθω περίεργα όταν ξύπνησα.



























