Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to steep in
01
διαποτισμένος με, βυθισμένος σε
to be deeply surrounded by a significant amount of tradition or history
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
steep
ενεστώτας
steep in
γ΄ ενικό πρόσωπο
steeps in
ενεστώτα μετοχή
steeping in
απλός αόριστος
steeped in
παθητική μετοχή
steeped in
Παραδείγματα
The small town is steeped in tradition, celebrating annual festivals passed down through generations.
Η μικρή πόλη είναι βυθισμένη στην παράδοση, γιορτάζοντας ετήσια φεστιβάλ που περνούν από γενιά σε γενιά.
02
μουλιάζω, εγχύω
to soak an object in a particular substance in order to extract certain qualities
Παραδείγματα
She steeped the tea leaves in hot water to extract their aromatic flavors.
Έβαλε τα φύλλα τσαγιού σε ζεστό νερό για να εξαγάγει τα αρωματικά τους αρώματα.



























