to steep in
Pronunciation
/stˈiːp ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "steep in"στα αγγλικά

to steep in
[phrase form: steep]
01

διαποτισμένος με, βυθισμένος σε

to be deeply surrounded by a significant amount of tradition or history
to steep in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
steep
ενεστώτας
steep in
γ΄ ενικό πρόσωπο
steeps in
ενεστώτα μετοχή
steeping in
απλός αόριστος
steeped in
παθητική μετοχή
steeped in
Παραδείγματα
The university is steeped in academic excellence, boasting a long list of renowned scholars and alumni.
Το πανεπιστήμιο είναι διαποτισμένο με ακαδημαϊκή αριστεία, με μια μεγάλη λίστα διακεκριμένων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και αποφοίτων.
02

μουλιάζω, εγχύω

to soak an object in a particular substance in order to extract certain qualities
Παραδείγματα
The clothes soaked in the detergent solution, allowing the stains to be drawn out.
Τα ρούχα βουτηγμένα σε το διάλυμα απορρυπαντικού, επέτρεψαν στις κηλίδες να αφαιρεθούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store