Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spy on
[phrase form: spy]
01
κατασκοπεύω, παρακολουθώ κρυφά
to secretly observe someone or something with the intention of gathering confidential or hidden information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
spy
ενεστώτας
spy on
γ΄ ενικό πρόσωπο
spies on
ενεστώτα μετοχή
spying on
απλός αόριστος
spied on
παθητική μετοχή
spied on
Παραδείγματα
The technology company faced allegations of developing software to secretly spy on users and collect personal information.
Η τεχνολογική εταιρεία αντιμετώπισε κατηγορίες για την ανάπτυξη λογισμικού για να κατασκοπεύει κρυφά τους χρήστες και να συλλέγει προσωπικές πληροφορίες.



























