Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spyhole
01
παρατηρητήριο, κλειδαρότρυπα
a hole (in a door or an oven etc) through which you can peep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spyholes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spyhole
spy
hole



























