spyhole
spy
ˈspaɪ
spai
hole
həʊl
hewl
eyehole

Ορισμός και σημασία του "spyhole"στα αγγλικά

01

παρατηρητήριο, κλειδαρότρυπα

a hole (in a door or an oven etc) through which you can peep 
spyhole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spyholes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spyhole

spy

+

hole

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store