Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spur on
01
ενθαρρύνω, παροτρύνω
to provide encouragement and motivation for someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
spur
ενεστώτας
spur on
γ΄ ενικό πρόσωπο
spurs on
ενεστώτα μετοχή
spurring on
απλός αόριστος
spurred on
παθητική μετοχή
spurred on
Παραδείγματα
His success story spurred on many aspiring entrepreneurs in the community.
Η ιστορία επιτυχίας του ενθάρρυνε πολλούς φιλόδοξους επιχειρηματίες στην κοινότητα.



























