Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sift through
01
κοσκινίζω, εξετάζω προσεκτικά
to carefully review and sort through a substantial amount of material
Transitive: to sift through sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
sift
ενεστώτας
sift through
γ΄ ενικό πρόσωπο
sifts through
ενεστώτα μετοχή
sifting through
απλός αόριστος
sifted through
παθητική μετοχή
sifted through
Παραδείγματα
The detective spent hours sifting through the evidence at the crime scene.
Ο ντετέκτιβ πέρασε ώρες ξεφυλλίζοντας τις αποδείξεις στη σκηνή του εγκλήματος.



























