Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to roll about
01
επαναλαμβάνομαι, συμβαίνει ξανά
to happen again, especially in a repeated manner
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
roll
ενεστώτας
roll about
γ΄ ενικό πρόσωπο
rolls about
ενεστώτα μετοχή
rolling about
απλός αόριστος
rolled about
παθητική μετοχή
rolled about
Παραδείγματα
After resolving the issue, it seemed the same problems would roll about periodically.
Μετά την επίλυση του προβλήματος, φαινόταν ότι τα ίδια προβλήματα θα επαναλαμβάνονταν περιοδικά.
02
περιχυθείς στα γέλια, γελάω ασταμάτητα
to laugh uncontrollably about something
Dialect
British
Παραδείγματα
The comedian's joke was so hilarious that the entire audience began to roll about with laughter.
Το αστείο του κωμικού ήταν τόσο ξεκαρδιστικό που όλο το κοινό άρχισε να κυλιέται στα γέλια.
03
κυλώ ασκοπα, κινώ με κύλιση
to move in a rolling and aimless manner around a place or object
Παραδείγματα
The tumbleweed rolled about the deserted street, driven by the wind.
Το tumbleweed κυλούσε χωρίς κατεύθυνση στον έρημο δρόμο, ωθούμενο από τον άνεμο.
04
κυλώ, κυλώ γύρω
to move someone or something back and forth or all around a place or object
Παραδείγματα
He decided to roll about the new chair in his room to find the best position for it.
Αποφάσισε να περιστρέφεται γύρω από την καινούρια καρέκλα στο δωμάτιό του για να βρει την καλύτερη θέση γι' αυτήν.



























