Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rebound on
01
αναπηδώ σε, γυρίζω εναντίον
to aim for a goal by taking a negative action, but experience unintended negative consequences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rebound
ενεστώτας
rebound on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebounds on
ενεστώτα μετοχή
rebounding on
απλός αόριστος
rebounded on
παθητική μετοχή
rebounded on
Παραδείγματα
His attempt to frame his colleague for a mistake rebounded on him when the truth was revealed.
Η προσπάθειά του να κατηγορήσει τον συνάδελφό του για ένα λάθος ανέκυψε εναντίον του όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια.



























