Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to predispose to
01
προδιαθέτω σε, κάνω πιο πιθανό να
to make someone more likely to experience or develop a certain condition or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
predispose
ενεστώτας
predispose to
γ΄ ενικό πρόσωπο
predisposes to
ενεστώτα μετοχή
predisposing to
απλός αόριστος
predisposed to
παθητική μετοχή
predisposed to
Παραδείγματα
Genetics may predispose some people to certain illnesses.
Η γενετική μπορεί να προδιαθέσει κάποιους ανθρώπους σε ορισμένες ασθένειες.



























