Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to play upon
[phrase form: play]
01
εκμεταλλεύομαι, παίζω με
to take advantage of someone's feelings, fears, or weaknesses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
play
ενεστώτας
play upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
plays upon
ενεστώτα μετοχή
playing upon
απλός αόριστος
played upon
παθητική μετοχή
played upon
Παραδείγματα
Marketers sometimes play upon the desire for status and recognition in luxury campaigns.
Οι μάρκετερ μερικές φορές παίζουν με την επιθυμία για καθεστώς και αναγνώριση σε πολυτελείς καμπάνιες.



























