to play upon
play
pleɪ
plei
u
ə
ē
pon
pɒn
pon

Ορισμός και σημασία του "play upon"στα αγγλικά

to play upon
01

εκμεταλλεύομαι, παίζω με

to take advantage of someone's feelings, fears, or weaknesses 
to play upon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
play
ενεστώτας
play upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
plays upon
ενεστώτα μετοχή
playing upon
απλός αόριστος
played upon
παθητική μετοχή
played upon
Παραδείγματα
They played upon the superstitions of the villagers to keep them away from the forest. 

Παίξανε με τις δεισιδαιμονίες των χωρικών για να τους κρατήσουν μακριά από το δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store