Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to play upon
01
εκμεταλλεύομαι, παίζω με
to take advantage of someone's feelings, fears, or weaknesses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
play
ενεστώτας
play upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
plays upon
ενεστώτα μετοχή
playing upon
απλός αόριστος
played upon
παθητική μετοχή
played upon
Παραδείγματα
They played upon the superstitions of the villagers to keep them away from the forest.
Παίξανε με τις δεισιδαιμονίες των χωρικών για να τους κρατήσουν μακριά από το δάσος.



























