Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack in
[phrase form: pack]
01
σφίγγω, μπάζω
to do a lot in a short amount of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack in
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs in
ενεστώτα μετοχή
packing in
απλός αόριστος
packed in
παθητική μετοχή
packed in
Παραδείγματα
She packed in so much study time before the final exam.
Συσφίγγει τόσο πολύ χρόνο μελέτης πριν από τις τελικές εξετάσεις.
02
σταματώ, παρατώ
to stop a particular activity or habit
Παραδείγματα
She ’s thinking of packing in her dance classes because of her busy schedule.
Σκέφτεται να σταματήσει τα μαθήματα χορού της λόγω του γεμάτου προγράμματός της.



























