Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack in
01
σφίγγω, μπάζω
to do a lot in a short amount of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack in
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs in
ενεστώτα μετοχή
packing in
απλός αόριστος
packed in
παθητική μετοχή
packed in
Παραδείγματα
We packed in three meetings, two site visits, and a dinner in one day.
Συσπειρώσαμε τρεις συναντήσεις, δύο επισκέψεις στον τόπο και ένα δείπνο σε μια μέρα.
02
σταματώ, παρατώ
to stop a particular activity or habit
Παραδείγματα
After twenty years in the business, she decided to pack in her job and travel the world.
Μετά από είκοσι χρόνια στην επιχείρηση, αποφάσισε να παρατήσει τη δουλειά της και να ταξιδέψει τον κόσμο.



























